σύμμαχος


σύμμαχος
σύμ|μαχος, ον союзнический; сущ. соратник, союзник

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "σύμμαχος" в других словарях:

  • Σύμμαχος — fighting along with masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σύμμαχος — fighting along with masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σύμμαχος — Συγγραφέας των πρώτων χριστιανικών χρόνων. Καταγόταν από τη Σαμάρεια. Μετάφρασε στα ελληνικά την Παλαιά Διαθήκη και διαμόρφωσε δικό του θρησκευτικό σύστημα από ιουδαϊκά, εθνικά και χριστιανικά στοιχεία. Ο Σ. επιδιδόταν και στις μαγικές τέχνες. *… …   Dictionary of Greek

  • σύμμαχος — [симмахос] ουσ. а. союзник …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σύμμαχος — η, ο 1. συμμαχητής, συμπαραστάτης. 2. αυτός που συνδέεται με συμμαχία με κάποιον: Τα σύμμαχα κράτη δε θέλησαν να εμποδίσουν την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Σύμμαχος, Κόιντος Αυρήλιος — (Symmachus). Ρωμαίος αριστοκρατικής καταγωγής (345 405 μ.Χ.). Διετέλεσε νομάρχης της Ρώμης το 384. Ήταν ρήτορας, που ο Μικρόβιος μνημονεύει την ευγλωττία του. Ο γιος του συγκέντρωσε τις επιστολές του σε δέκα βιβλία. Τα πρώτα εννιά αποτελούνται… …   Dictionary of Greek

  • Ξύμμαχος — Σύμμαχος , Σύμμαχος fighting along with masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξύμμαχος — σύμμαχος , σύμμαχος fighting along with masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Συμμάχω — Σύμμαχος fighting along with masc nom/voc/acc dual Σύμμαχος fighting along with masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμμάχω — σύμμαχος fighting along with masc/fem/neut nom/voc/acc dual σύμμαχος fighting along with masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμμάχως — σύμμαχος fighting along with adverbial σύμμαχος fighting along with masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)